Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Ο οικονομικός και ο πολιτικός χρόνος στην ευρωζώνη διαφέρουν

του Φίλιππου Σαχινίδη
Βουλευτή ΠΑΣΟΚ Λάρισας
Η δημιουργία της ευρωζώνης ήταν μια πρωτοβουλία των χωρών της Ευρώπης για την πολιτική τους ενοποίηση. Μετά από μια σχετικά ανέφελη δεκαετή πορεία η ευρωζώνη την τελευταία τριετία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή και βαθεία κρίση. Μετά τις αποφάσεις για την Κύπρο άρχισε ξανά η συζήτηση για τις προοπτικές της ευρωζώνης.
Συχνά αμφισβητείται αν οι χώρες του σκληρού πυρήνα και ειδικότερα η Γερμανία επιθυμούν τη διατήρηση της ευρωζώνης. Οι πολιτικές αποφάσεις της τελευταίας τριετίας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ηγέτες των χωρών της ευρωζώνης επιθυμούν να την διαφυλάξουν.
Επομένως το ερώτημα είναι αν οι αποφάσεις που λαμβάνονται αντιμετωπίζουν τα γενετικά προβλήματά που υπήρχαν από την εποχή της δημιουργίας της. Προβλήματα όπως: α) η απουσία ενός ισχυρού κοινοτικού προϋπολογισμού για να στηρίξει χώρες της ευρωζώνης που πλήττονται από ύφεση όπως η Ελλάδα β) η μη ανάληψη από την ΕΚΤ της ευθύνης εποπτείας του τραπεζικού συστήματος. Επιδιώχτηκε δηλαδή να μην αναλάβει η ΕΚΤ καθήκοντα καταφύγιου ύστατου δανειστή και υπονομευτεί ο ρόλος της στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών.
Μετά το ξέσπασμα της κρίσης έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της δημοσιονομικής ενοποίησης κυρίως με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο και τις έγκαιρες συζητήσεις γύρω από το προσχέδιο προϋπολογισμών. Είμαστε όμως μακριά ακόμη από τη δημιουργία ενός ισχυρού κοινοτικού προϋπολογισμού με μεταβιβαστικές δράσεις. Βήματα έχουν γίνει και ως προς την δημιουργία μιας Τραπεζικής Ένωσης χωρίς όμως η ΕΚΤ να αναλάβει ρόλο ύστατου καταφυγίου δανεισμού. Την στιγμή που απαιτείται ένα ισχυρό τραπεζικό σύστημα που θα βγάλει τις χώρες του νότου από την ύφεση βλέπουμε ότι έχουμε ακόμη δρόμο για μια λύση ουσιαστική.
Οι πολίτες των χωρών που είναι σε κρίση αναρωτιούνται γιατί δεν λαμβάνονται πιο γρήγορα οι πολιτικές αποφάσεις στην Ευρώπη ώστε να ξεπεραστεί η κρίση;
Εδώ οι απαντήσεις διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την οπτική γωνία από την οποία προσεγγίζει κανείς το πρόβλημα. Η άποψη που κυριαρχεί στο Βορρά είναι ότι το πρόβλημα της ευρωζώνης προκλήθηκε από τη ανορθολογική συμπεριφορά χωρών του νότου αλλά και τις διαρθρωτικές αδυναμίες των οικονομιών τους. Ο δανεισμός του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στις χώρες του Νότου τις επέτρεψε να ζουν πάνω από τις δυνάμεις τους συσσωρεύοντας εξωτερικό χρέος. Στην περίπτωση της Κύπρου και της Ιρλανδίας ο τραπεζικός τομέας είχε διογκωθεί ανεξέλεγκτα σε σχέση με την πραγματική οικονομία.
Όταν το κλίμα στις διεθνείς αγορές άλλαξε και χάσαμε την πρόσβαση στις αγορές και ζητήσαμε τη στήριξη τους οι εταίροι μας ανταποκρίθηκαν μεν με καθυστέρηση αλλά έθεσαν προϋποθέσεις για την παροχή της βοήθειας.
Η λύση που προκρίθηκε για παράδειγμα στην Ελλάδα ήταν η ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή -αυτό υπαγορεύτηκε από τα χρήματα που διέθεσαν οι δανειστές - και η εισαγωγή διαρθρωτικών αλλαγών για να αποκατασταθούν οι απώλειες στην ανταγωνιστικότητα. Στην περίπτωση των χωρών με προβλήματα στον τραπεζικό τομέα προκρίθηκαν ουσιαστικά διαφορετικές λύσεις μια για κάθε χώρα.
Από την πλήρη κρατικοποίηση των τραπεζών στην Ιρλανδία μέχρι το κλείσιμο της δεύτερης μεγαλύτερης τράπεζας και την συμμετοχή των μετόχων, ομολογιούχων και καταθετών στην εξυγίανση των προβληματικών τραπεζών στην Κύπρο.
Κοινό γνώρισμα όλων αυτών των λύσεων η επιδίωξη των ισχυρών της ευρωζώνης και ιδιαίτερα της Γερμανίας να αντιμετωπιστεί ο ηθικός κίνδυνος για κάθε μεμονωμένη περίπτωση ξεχωριστά.
Η αδιαφορία δηλαδή ενός εταίρου να αντιμετωπίσει έγκαιρα με δικές του πρωτοβουλίες το πρόβλημα του, δημιουργεί τον κίνδυνο ότι αν ξεσπάσει το πρόβλημα θα περάσει ο λογαριασμός στους υπόλοιπους εταίρους.
Έτσι, υποβαθμίστηκε ο συστημικός κίνδυνος που σχετίζεται με την σταθερότητα της οικονομίας της Ευρωζώνης και προκρίθηκε η αντιμετώπιση, με κάθε κόστος, του μη συστημικού ή με άλλα λόγια του ειδικού κινδύνου.
Συνεπώς οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την χρηματοοικονομική σταθερότητα αλλά και την βαθεία ύφεση στην οποία βυθίζονται οι χώρες που ακολουθούν προγράμματα γρήγορης δημοσιονομικής προσαρμογής τέθηκαν σε δεύτερη μοίρα εντείνοντας με αυτό τον τρόπο και τις ανησυχίες για την προοπτική της ευρωζώνης.
Πρέπει να μας απασχολεί η πραγματική απόκλιση που προκαλείται από την παρατεταμένη ύφεση; Η απάντηση είναι ναι γιατί η πραγματική απόκλιση δημιουργεί προβλήματα συνοχής.
Οι χώρες του Νότου οφείλουν να προχωρήσουν σε δημοσιονομικές και διαρθρωτικές προσαρμογές για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους θα πρέπει όμως να συνεκτιμηθεί η ταχύτητα προσαρμογής και ποιος είναι ο χρόνος που απαιτείται για να οδηγηθούν οι χώρες στο δρόμο της σταθερούς ανάπτυξης.
Η Ελλάδα για παράδειγμα την διετία 2010 - 2011 έκανε τα 2/3 της δημοσιονομικής προσαρμογής αλλά βρίσκεται για έκτη συνεχόμενη χρονιά σε ύφεση και η ανεργία είναι στο 27%.
Βραχυπρόθεσμα η ύφεση στην Ευρώπη δυσκολεύει την προσπάθεια των χωρών του Νότου να ενισχύσουν την ανάπτυξη μέσω των εξαγωγών. Μια λύση είναι οι χώρες του Βορρά να χαλαρώσουν τη δημοσιονομική η και μισθολογική τους πολιτική. Έτσι, θα διαμορφωθούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για τις χώρες του Νότου να ξεπεράσουν την κρίση τους που είναι διαρθρωτική αλλά και ζήτησης.
Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος της προσαρμογής επηρεάζει καθοριστικά τη στάση των πολιτών και τις πολιτικές επιλογές τους. Ο πολιτικός χρόνος δεν συμβαδίζει με τον οικονομικό χρόνο στην ευρωζώνη. Αυτή η τόσο σημαντική διαφορά μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το αποτέλεσμα στις επερχόμενες ευρωεκλογές αλλά και την πορεία την ευρωζώνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που περιέχουν υβριστικές λέξεις και εκφράσεις θα αποσύρονται. Παρακαλούμε να αφήνεται τις θέσεις και τις απόψεις σας, αλλά χωρίς χαρακτηρισμούς και υβρεις.