Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων.

H aπάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ερώτηση των Ευρωβουλευτών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Α. Ποδηματά και  Κ. Μποτόπουλου σχετικά με την καταπολέμηση της διαφθοράς στη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων.

"Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα πολιτικά κόμματα αποτελούν σημαντικά μέσα μιας εύρυθμης δημοκρατίας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο συντελούν στη δημιουργία ευρωπαϊκής συνείδησης και στην έκφραση της πολιτικής βούλησης των πολιτών της Ένωσης. Εντούτοις, το άρθρο 191 της συνθήκης ΕΚ απονέμει αρμοδιότητα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα μόνον όσον αφορά
«το καθεστώς των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να προτείνει νομοθεσία ή άλλα μέτρα σχετικά με τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων σε εθνικό επίπεδο.Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2004 / 2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς και τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθορίζει κανόνες σχετικά με τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το άρθρο 6 του συγκεκριμένου κανονισμού προβλέπει κανόνες που αφορούν τη διαφάνεια των πόρων που λαμβάνονται από τα συγκεκριμένα κόμματα και, ειδικότερα, την υποχρέωση να
«δηλώνουν τις πηγές της χρηματοδότησής τους καταρτίζοντας κατάλογο των δωρητών και των δωρεών εκάστου, εξαιρέσει των δωρεών που δεν υπερβαίνουν τα 500 ευρώ».
Επιπλέον, το ίδιο άρθρο ορίζει ότι τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν πρέπει να δέχονται ανώνυμες δωρεές ή δωρεές προερχόμενες από οιαδήποτε επιχείρηση στην οποία οι δημόσιες αρχές μπορούν να ασκήσουν, άμεσα ή έμμεσα, δεσπόζουσα επιρροή λόγω κυριότητας, οικονομικής συμμετοχής η των κανόνων που τη διέπουν, συμπεριλαμβανομένων επιχειρήσεων αυτού του είδους προερχόμενων από τρίτες χώρες.


Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει εξίσου να σημειωθεί ότι η οδηγία 2005/60/ΕΚ σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας με σκοπό τη συμβολή στην καταπολέμηση της διαφθοράς, αξιώνει από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιδεικνύουν ιδιαίτερη επιμέλεια όσον αφορά τα
«πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα». Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει κυρίως να λαμβάνουν μέτρα για να εξακριβώνεται η πηγή του πλούτου και η προέλευση των κεφαλαίων των συγκεκριμένων πελατών.

Πέραν αυτού, πρέπει να προστεθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο για τις δημόσιες συμβάσεις προβλέπει εξίσου διατάξεις σχετικά με τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται το Αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου. Ειδικότερα, οι κοινοτικές οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις (Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και Οδηγία 2004/17/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών ) προβλέπουν την υποχρέωση των συμβαλλομένων αρχών να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε δημόσια σύμβαση τους υποψηφίους ή προσφέροντες εις βάρος των οποίων υπάρχει οριστική καταδικαστική απόφαση, γνωστή στην αναθέτουσα αρχή, για έναν ή περισσότερους από τους λόγους που απαριθμούνται κατωτέρω. Οι αναφερόμενοι λόγοι είναι: α) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της κοινής δράσης της 98/773/ΔΕΥ του Συμβουλίου • β) δωροδοκία, όπως αυτή ορίζεται αντίστοιχα στο άρθρο 3 της πράξης του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997 και στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της κοινής δράσης 98/742/ΔΕΥ του Συμβουλίου • γ) απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 1 της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων• δ) νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 91/308/EOK του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για την πρόληψη χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες .

Τέλος, όσον αφορά την καταπολέμηση της δωροδοκίας, η ευρωπαϊκή πολιτική στο συγκεκριμένο τομέα στηρίζεται σε διάφορα μέσα. Όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, υπάρχει η απόφαση-πλαίσιο αριθ. 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα . Όσον αφορά τη δωροδοκία στο δημόσιο τομέα, το νομοθετικό μέσο που διαθέτει η ΕΕ είναι η σύμβαση του 1997 Σύμβαση περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Το νομοθετικό μέσο στοχεύει στην ποινικοποίηση κάθε πράξης δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παρά το γεγονός ότι η έννοια του εθνικού υπαλλήλου δε συμπεριλαμβάνει αυτόματα τα μέλη του Κοινοβουλίου, τους υπουργούς ή τα μέλη των ανωτάτων εθνικών δικαστηρίων, η συγκεκριμένη διάταξη δεν αποκλείει ότι οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να επεκτείνει τον ορισμό του εθνικού υπαλλήλου σε μια ή περισσότερες κατηγορίες αυτών των προσώπων.
Τα μέσα υπάρχουν κατά συνέπεια αλλά η πραγματική εφαρμογή τους παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανάληψη νέων νομοθετικών πρωτοβουλιών δεν είναι προς το παρόν ούτε ενδεδειγμένη ούτε αναγκαία".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που περιέχουν υβριστικές λέξεις και εκφράσεις θα αποσύρονται. Παρακαλούμε να αφήνεται τις θέσεις και τις απόψεις σας, αλλά χωρίς χαρακτηρισμούς και υβρεις.