Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Η αναξιοπρέπεια της ανασφάλειας του φιγουρατζή


του Στεφανου Κασιμάτη
 
Μου έκανε τέτοια εντύπωση, ώστε το θυμάμαι ακόμη καθαρά. Τελείωνε ο εικοστός αιώνας και εγώ είχα συμφιλιωθεί με το σοκ ότι είχα πια συμπληρώσει αυτό που έλεγα αυτοσαρκαζόμενος «τέσσερις δεκαετίες προσφοράς στην ανθρωπότητα». Ηταν μεσημέρι και κατηφόριζα την οδό Αρχελάου στο Παγκράτι κοντά στο περιώνυμο άλσος, όταν ξαφνικά άκουσα από πίσω ποδοβολητό και φωνές παιδιών. Είχαν σχολάσει από το Δημοτικό της Σπύρου Μερκούρη και όπως με προσπέρασαν πρόσεξα ότι κάποια από αυτά ήσαν μαυράκια. Ηταν έκπληξη, το ομολογώ. Διότι, με την προκατάληψη του ανθρώπου που έχει ζήσει τη ζωή του σε μια χώρα λευκών, δεν μπορούσα να φαντασθώ μαύρα Ελληνάκια. Να, όμως, που τώρα με προσπερνούσαν άσπρα και μαύρα Ελληνάκια, τα οποία από τη γλώσσα και την εκφορά του λόγου ήταν αδύνατον να τα ξεχωρίσεις. Ενιωσα τότε ένα είδος υπερηφάνειας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το είχα νιώσει ποτέ. Ηταν η υπερηφάνεια της συνειδητοποίησης ότι η ταυτότητά μου, με την πολιτισμική έννοια του όρου, μπορούσε να είναι κάτι ευρύτερο από τον συγκεκριμένο κόσμο μέσα στον οποίο εγώ είχα μεγαλώσει, κάτι το οποίο μπορούσε να χωρέσει και πλάσματα διαφορετικά από εκείνα που ώς τότε γνώριζα ότι τον κατοικούν. Αυτά, πριν από δεκατέσσερα χρόνια...
Ωστόσο, το θέαμα προχθές στο Μαξίμου μου προκάλεσε αμηχανία - και όχι επειδή ο Γιάννης Αντετοκούνμπο έριχνε τουλάχιστον ένα κεφάλι σε όλους εκεί μέσα. (Για να είμαι ακριβής, στον Πάνο του Πολιτισμού έριχνε δύο, παρά τα τακούνια...) Πώς του ήρθε του Αντώνη Σαμαρά να προσκαλέσει στο γραφείο του τον νεαρό μαύρο αθλητή που έγινε δεκτός στο αμερικάνικο ΝΒΑ; Τι επεδίωκε να μας δείξει ο πρωθυπουργός; Μάλλον ότι είναι «ωραίος τύπος», όπως είπε και ο προσκεκλημένος του μετά τη συνάντησή τους· ότι, δηλαδή, παρά την καταγωγή και τα συμπαρομαρτούντα προνόμια, στο βάθος είναι ένα «λαϊκό παιδί», που γουστάρει μπασκετάκι και καλά, δικέ μου! «Να τους τρελάνεις, στην Αμερική, με τα καρφώματα σου», του ευχήθηκε. Εν τω μεταξύ όμως, ο ίδιος τρέλανε όλους εμάς με την αντιφατικότητα και την υποκρισία, τις οποίες ανέδειξε μια αρπακολλατζίδικη επιχείρηση δημοσίων σχέσεων.
Προσωπικώς, το θέαμα ενός Ελληνα πρωθυπουργού να δέχεται στο γραφείο του μια οικογένεια μαύρων συμπολιτών μας, με αφορμή την όποια διάκριση ενός μέλους της, μου προκαλεί κάτι περισσότερο από ικανοποίηση. Μου προκαλεί -το ομολογώ με κάποια ντροπή- συγκίνηση. Διότι μου επιτρέπει να φαντάζομαι την πατρίδα μου ως την σοβαρή ευρωπαϊκή χώρα που θα την ήθελα. Μια χώρα, δηλαδή, που αντιμετωπίζει αυστηρά τη λαθρομετανάστευση, αλλά, συγχρόνως, είναι ανοιχτή και δίκαιη σε όσους επιθυμούν να ενσωματωθούν στην κοινωνία της και σέβονται τους κανόνες της.
Δεν ήταν αυτή όμως η περίπτωση με την οικογένεια Αντετοκούνμπο προχθές στο Μαξίμου. Οι γονείς του νεαρού αθλητή, μετανάστες από τη Νιγηρία, διαθέτουν άδειες παραμονής. Τα τέσσερα παιδιά τους γεννήθηκαν εδώ και έχουν ελληνικά ονόματα. Ομως, μόνον οι δύο μεγαλύτεροι γιοι, ο Θανάσης και ο Γιάννης, έχουν «χαρτιά» βάσει των οποίων αναγνωρίζονται ως Ελληνες. Οι δύο μικρότεροι, ο Κώστας και ο Αλέξανδρος, για την πολιτεία είναι ανύπαρκτοι. Αιτία της διαφοράς είναι ότι οι δύο πρώτοι διαπρέπουν στο (απολύτως βαρετό, για το γούστο μου - λυπάμαι...) άθλημα της καλαθοσφαίρισης και, επομένως, είναι χρήσιμοι στη σχετική ομοσπονδία. Στις πιέσεις της τελευταίας, άλλωστε, οφείλεται το ότι οι δυο τους εξασφάλισαν τα χαρτιά που τους κάνουν και επισήμως Ελληνες.
Το σόου του Αντώνη Σαμαρά στο Μαξίμου τόνισε την αντίφαση μεταξύ της πολιτικής του και του αισθήματός του· δεν την κάλυψε, όπως ίσως θα νόμισε ο ίδιος. Καθόλου δεν αμφισβητώ τη γνησιότητα της καλής του προαίρεσης απέναντι στον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Αλλά η αντίφαση είναι αυτό ακριβώς που με μπερδεύει και, εν τέλει, δεν με πείθει. Οταν διέρρευσε το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον λεγόμενο νόμο Ραγκούση, βάσει του οποίου παιδιά σαν τον Γιάννη Αντετοκούνμπο μπορούσαν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, όλοι θυμόμαστε ότι ο Α. Σαμαράς -και μάλιστα προτού καν εκδοθεί επισήμως η απόφαση- έδωσε την εντολή να προσαρμοσθεί σχετικώς ο νόμος. Ως αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών, τότε, ο Χαράλαμπος Αθανασίου απάντησε δηλώνοντας ότι εντός επτά ημερών το θέμα θα έχει διευθετηθεί. Εκτοτε πέρασαν επτά μήνες και τώρα, ως υπουργός Δικαιοσύνης, ο Χ. Αθανασίου δηλώνει ότι το ζήτημα δεν επείγει. Με όλο τον σεβασμό προς όσους αναμειγνύονται στην υπόθεση, τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το προχθεσινό επικοινωνιακό σόου στο Μαξίμου, είναι γελοιότητες και, απλώς, αναδεικνύουν την ελαφρότητα της πολιτικής τάξης του τόπου.
Αναδεικνύουν και κάτι ακόμη, όμως. Κάτι που ήταν, μάλλον, το βαθύτερο κίνητρο της επιθυμίας του Αντώνη Σαμαρά να συναντηθεί στο γραφείο του με έναν μαύρο Ελληνα που τον δέχθηκαν στο ΝΒΑ. Αυτό που ο Σαββόπουλος έχει πει «καημό του καρπαζωμένου Ελληνα». Την αναξιοπρέπεια του ανασφαλούς φιγουρατζή, που διψά για αναγνώριση. Από τη γωνία αυτή, ο Σαμαράς μου θυμίζει τον μακαρίτη Αρχοντίδη, προπονητή της Εθνικής τη δεκαετία του 1980, τότε που η τηλεόραση ήταν κρατική και ασπρόμαυρη, ο οποίος όταν κατάφερε να αποσπάσει μια ισοπαλία 0 - 0 με την Εθνική Αγγλίας, παλάβωσε από τη χαρά του μόλις ο διαιτητής σφύριξε τη λήξη, μπήκε στο γήπεδο και άρχισε να κάνει τούμπες.
ΥΓ.: Κάπου διάβασα ότι ένας ταξιτζής στην Πάτμο βρήκε πορτοφόλι με 2.000 ευρώ και το παρέδωσε στην Αστυνομία. Προτείνω να τον καλέσει ο Α. Σαμαράς στο Μαξίμου για να τον συγχαρεί. (Είναι και λευκός, σημειωτέον...)

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που περιέχουν υβριστικές λέξεις και εκφράσεις θα αποσύρονται. Παρακαλούμε να αφήνεται τις θέσεις και τις απόψεις σας, αλλά χωρίς χαρακτηρισμούς και υβρεις.